Την τελευταία δεκαετία αναπτύσσεται όλο και περισσότερο μια εναλλακτική χειρουργική τεχνική, η λαπαροσκοπική (ενδοσκοπική) χειρουργική. Αναζητήσαμε τις εφαρμογές της στον τομέα της χειρουργικής γυναικολογίας, όπου προσφέρει λύσεις σε πολλές περιπτώσεις, με τη βοήθεια του μαιευτήρα – χειρουργού γυναικολόγου κ. Κωνσταντίνου Π. Μυρίλλα. Πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικευμένος στην Αγγλία, σήμερα συνεργάζεται με τα μαιευτήρια Λητώ και τα νοσοκομεία Ιατρικό Κέντρο και Λευκός Σταυρός, ενώ αποτελεί έναν από τους πρωτεργάτες του πρωτοποριακού καινούργιου μαιευτηρίου ΡΕΑ.

Θελήσαμε να μάθουμε καταρχήν τι ακριβώς είναι η λαπαροσκοπική χειρουργική. «Πρόκειται για μια χειρουργική τεχνική κατά την οποία δεν πραγματοποιούνται ανοιχτές – συμβατικές τομές στο δέρμα και στους υποκείμενους ιστούς της κοιλιάς», εξηγεί ο κ. Μυρίλλας. «Η πρόσβαση στα ενδοκοιλιακά όργανα γίνεται από μία μικρή τομή μέσα στον ομφαλό, από την οποία κατά κανόνα εισάγεται η κάμερα που επισκοπεί την κοιλιά στο εσωτερικό της. Ταυτόχρονα γίνονται 1-3 μικρές τομές της τάξης των 5-10 χιλιοστών στα πλάγια ή χαμηλά στο κέντρο του δέρματος της κοιλιάς.

Αυτές οι τομές είναι σχεδόν μη ορατές μετά την επούλωση τους μετεγχειρητικά. Κατόπιν με την εισαγωγή αέρα δημιουργείται αυτό που λέμε πνευμοπεριτόναιο, φουσκώνει δηλαδή η κοιλιά εκ των έσω με ΟΟ2, ώστε να δημιουργηθεί καλά οπτικό πεδίο για τη γυναικεία πύελο, στην οποία βρίσκονται τα περισσότερα όργανα με τα οποία ασχολείται η χειρουργική γυναικολογία. Στη συνέχεια, υπό άμεση οπτική επαφή μέσω της κάμερας, η οποία μεταφέρει το σήμα της σε 1 ή 2 μόνιτορ, ο χειρουργός και ο βοηθός του παρακολουθεί με ακρίβεια κάθε του χειρισμό. Όλα τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τη συμβατική χειρουργική όπως νυστέρι, λαβίδες, κ.τ.λ., υπάρχουν σε αντιστοιχία στη λαπαροσκοπική τους μορφή και ο χειρουργός – γυναικολόγος έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει σχεδόν κάθε επέμβαση. Μπορεί συνεπώς να κόψει, να καυτηριάσει ή να αφαιρέσει ιστούς και να τοποθετήσει ράμματα όπου χρειάζεται με μεγαλύτερη μάλιστα ακρίβεια απ’ότι στην κλασσική χειρουργική κατόπιν βέβαια συστηματικής εκπαιδεύσεως και εξασκήσεως στο χώρο».

Η ενδοσκοπική χειρουργική περιλαμβάνει μεγάλη γκάμα επεμβάσεων, από μικρής βαρύτητας όπως διαγνωστική λαπαροσκόπηση (κυρίως για λόγους υπογονιμότητας ή ανεξήγητου κοιλιακού άλγους), λύση συμφύσεων πυέλου, μέτριας βαρύτητας όπως εξωμήτριος εγκυμοσύνη, κύστες ωοθηκών, ενδομητρίωση πυέλου και μεγάλης βαρύτητας, όπως αφαίρεση ινομυωμάτων ή υφολική υστερεκτομή- Για κάποιες από αυτές τις επεμβάσεις μάλιστα, όπως η λύση συμφύσεων, η περιτοναϊκή ενδομητρίωση και οι περισσότερες περιπτώσεις εξωμήτριου εγκυμοσύνης, θεωρείται σήμερα στη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία ότι η πλέον ενδεδειγμένη χειρουργική τους αντιμετώπιση είναι η λαπαροσκοπική.

«Ενώ η ενδοσκοπική χειρουργική ανακαλύφθηκε από τους γυναικολόγους για διαγνωστικούς σκοπούς, σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως από τη γενική χειρουργική για επεμβάσεις όπως χολοκυστεκτομές, σκωληκοειδεκτομές (για τις οποίες αποτελεί σήμερα την περισσότερη αποδεκτή και συχνή λύση) καθώς και για πληθώρα άλλων επεμβάσεων, όπως κήλες, χειρουργική εντέρου και άλλων κοιλιακών σπλάχνων. Στην κατηγορία των γυναικολογικών ενδοσκοπικών χειρουργείων υπάγονται και τα υοτεροσκοπικά διαγνωστικά ή επεμβατικά χειρουργεία, στα οποία η κάμερα και τα εργαλεία εισάγονται στο εσωτερικό της μήτρας δια μέσου του τραχήλου, κατόπιν διαστολής του και μπορεί ο χειρουργός να διαγνώσει ανωμαλίες της μήτρας ή να αφαιρέσει υπό οπτική επαφή μορφώματα όπως ενδομήτριοι πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα, επίκτητες ή συγγενείς συμφύσεις της μήτρας ή και διαφράγματα αυτής».

Η ενδοσκοπική χειρουργική στη γυναικολογία κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, καθώς τα πλεονεκτήματα της είναι πολλά, όπου οι ενδείξεις επιτρέπουν την εφαρμογή της. Ήδη σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης όπως Αγγλία, Γαλλία Γερμανία και ακόμη πιο πολύ στην Αμερική- ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των γυναικολογικών χειρουργείων πραγματοποιείται πια μόνο λαπαροσκοπικά.

Σε σύγκριση με τα «ανοιχτά» χειρουργεία, υπερέχει γενικά στα εξής σημεία. Υπάρχει μεγάλη αμεσότητα και ακρίβεια στις κινήσεις, λόγω μεγέθυνσης του χειρουργικού πεδίου. Η απώλεια αίματος από έναν έμπειρο χειρουργό θεωρείται σχεδόν αμελητέα, ακόμη και σε μεγάλες επεμβάσεις. Αποφεύγεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η δημιουργία συμφύσεων στη γυναικεία πύελο, ινών δηλαδή συνδετικού ιστού φλεγμονώδους ή μετατραυματικής αιτιολογίας που συνδέουν πυελικά όργανα μεταξύ τους αλλοιώνοντας την ανατομία της κοιλιάς και προκαλώντας στο μέλλον κοιλιακό άλγος, πιθανή μείωση της γονιμότητας, πόνο στη σεξουαλική επαφή ενώ θεωρούνται υπεύθυνες ακόμα και για περιπτώσεις ειλεού (παρακώλυση της λειτουργίας του εντέρου) στο απώτερο μέλλον. Συνεπώς αυτό το βασικό και αναμφισβήτητο πλεονέκτημα της ενδοσκοπικής χειρουργικής την καθιστά ιδιαίτερα πολύτιμη σε νέες και άτοκες γυναίκες.

Πιο ειδικά, το χειρουργικό και μετεγχειρητικό στρες της λαπαροσκόπησης είναι πολύ μικρότερο της κλασσικής χειρουργικής. Η ασθενής πονάει συνήθως ελάχιστα, κινητοποιείται ευκολότερα και γρηγορότερα και επιστρέφει στις δραστηριότητες της σε πολύ μικρότερο χρόνο σε σχέση με ένα συμβατικό χειρουργείο. Κατά τη διάρκεια ενός ενδοσκοπικού χειρουργείου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η επέμβαση μαγνητοσκοπείται και ταυτόχρονα λαμβάνονται φωτογραφίες, που παραδίδονται στην ασθενή. Τα στοιχεία αυτά είναι πολύ σημαντικά για την συνεχή παροχή υπηρεσιών υγείας στην ασθενή μελλοντικά, από τον ίδιο ή και άλλους χειρουργούς καθώς και για τη συστηματική και πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση της. Στα περισσότερα λαπαροσκοπικά χειρουργεία η νοσηλεία κυμαίνεται από 1-2 μέρες. Στα «μικρά» μάλιστα η ασθενής πηγαίνει οτο σπίτι της συνήθως την ίδια μέρα. Όλα τα χειρουργεία εκτελούνται υπό ολική νάρκωση, εκτός ελάχιστων διαγνωστικών, που μπορούν να γίνουν με τοπική νάρκωση σε επίπεδο ιατρείου.

Το κόστος εξάλλου ενός ενδοσκοπικού χειρουργείου σε σχέση με το αντίστοιχο «ανοιχτό», είναι 20-30% μεγαλύτερο, λόγω του ότι τα λαπαροσκοπικά χειρουργεία απαιτούν τη συντήρηση ενός πανάκριβου και εξειδικευμένου εξοπλισμού, μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας, καθώς και την εκπαίδευση και διατήρηση νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού, εξοικειωμένου με το χώρο. Το ότι βέβαια οι μέρες νοσηλείας είναι λιγότερες , αντισταθμίζει ουσιαστικά τις δαπάνες στις περισσότερες περιπτώσεις .Πρέπει να σημειωθεί ίσως εδώ ότι στην Ελλάδα το κόστος ενός λαπαροσκοπικού χειρουργείου είναι πολύ μικρότερο από το αντίστοιχο, σε μία χώρα του εξωτερικού .

Ολοκληρώνοντας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφέρει κανείς ότι η ενδοσκοπική χειρουργική αποτελεί στις μέρες μας το περισσότερο αναπτυσσόμενο και υποσχόμενο κομμάτι της χειρουργικής γυναικολογίας. Κατοχυρώνει βέβαια τα πλεονεκτήματα της για την υγεία και το συμφέρον της ασθενούς κατόπιν συνεχούς εξέλιξης και προόδου της επιστήμης αλλά και εξάσκησης και εξοικείωσης των γιατρών με το αντικείμενο της. Μπορεί να πει κανείς με σιγουριά ότι αποτελεί το «μέλλον» της χειρουργικής.